Κατά την εξέταση ρινός, η Ωτορινολαρυγγολόγος μετά τον έλεγχο της πυραμίδας της ρινός, διερευνά το εσωτερικό της μύτης με ειδικό ενδοσκόπιο. Στην κάμερα παρουσιάζεται η κλινική εικόνα της ρινός. Οι πιο συχνές παθήσεις που διαγιγνώσκονται είναι η αλλεργική ρινίτιδα, η αγγειοκινητική ρινίτιδα και οι πολύποδες ρινός.

Τονίζεται ότι δεν απαιτείται καμία προετοιμασία από την πλευρά του ασθενή. Η εξέταση διαρκεί ελάχιστα, δεν προκαλεί πόνο και παρέχει άμεσα ακριβή αποτελέσματα.

Αλλεργική ρινίτιδα

Η αλλεργική ρινίτιδα είναι μια συμπτωματική διαταραχή της μύτης που προκαλείται μετά από έκθεση σε αλλεργιογόνα, όπως από ουσίες που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα (π.χ. ακάρεα, οι γύρεις ορισμένων φυτών και δένδρων, μύκητες). Η διάγνωση στηρίζεται στο ιστορικό, την εξέταση της  ρινός, κυρίως  με την ενδοσκόπηση της ρινός, η οποία εκτελείται μόνο από ειδικούς, και τα διαγνωστικά τεστ, όπως με τις δερματικές δοκιμασίες νυγμού (skin prick tests) ελέγχονται ταυτόχρονα δεκάδες αλλεργιογόνα.

Όταν το άτομο έρθει σε επαφή με τα αλλεργιογόνα, προκαλείται μπούκωμα, πολλαπλά φτερνίσματα, ρινική καταρροή, φαγούρα, ακόμα και δάκρυα στα μάτια, τα οποία μπορεί να υφίενται αυτόματα ή με θεραπεία. Ακόμη, το άτομο αυτό μπορεί να υποφέρει από πονοκεφάλους, να έχει διαταραγμένο ύπνο και να αναπνέει συνεχώς από το στόμα, με αποτέλεσμα να αισθάνεται ξηρότητα στο λάρυγγα και τη γλώσσα όταν ξυπνάει. Στις συνοσηρότητες που έχουν σχετιστεί με την αλλεργική ρινίτιδα περιλαμβάνονται η επιπεφυκίτιδα, η ρινοκολπίτιδα και το άσθμα.

Η αλλεργική ρινίτιδα σύμφωνα με τη νέα ταξινόμηση της ARIA (Allergic Rhinitis and its Impact on Asthma Initiative) βασίζεται στα συμπτώματα και σε παραμέτρους ποιότητας ζωής. Διακρίνεται ανάλογα με τη διάρκειά της σε διαλείπουσα ή εμμένουσα. Διαλείπουσα ονομάζεται όταν διαρκεί λιγότερο από 4 ημέρες την εβδομάδα ή μέχρι 4 συνεχόμενες εβδομάδες το έτος. Εμμένουσα ονομάζεται όταν διαρκεί περισσότερο από 4 ημέρες την εβδομάδα και για περισσότερους από 4 μήνες το έτος.

Επιπλέον, ανάλογα και με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων διακρίνεται σε ήπια και μέτρια/σοβαρή. Ήπια αποκαλείται όταν τα συμπτώματα δεν προκαλούν ενόχληση στον ύπνο, στις δραστηριότητες, στον αθλητισμό, στην εργασία ή στο σχολείο. Μέτρια ή σοβαρή λέγεται όταν ένα ή παραπάνω συμπτώματα προκαλούν διαταραχή στον ύπνο και στην καθημερινότητά μας.

Η αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας βασίζεται στη φαρμακευτική αντιμετώπιση, την ειδική ανοσοθεραπεία, την αποφυγή των αλλεργιογόνων και όπου είναι εφικτό στην εκπαίδευση των ασθενών. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της ρινίτιδας είναι αντιισταμινικά, ενδορρινικά spray κορτικοειδών και ενδορρινικά αποσυμφορητικά. Η γιατρός σας θα κρίνει ποια ομάδα φαρμάκων είναι κατάλληλη για εσάς.

Η πρόληψη και η έγκαιρη αντιμετώπιση μπορεί να επηρεάσει την βαρύτητα των συμπτωμάτων, και να βοηθήσει στην πρόληψη εκδήλωσης του άσθματος.

Αγγειοκινητική ή ιδιοπαθής ρινίτιδα

Η αγγειοκινητική/ιδιοπαθής ρινίτιδα είναι η υπεραντιδραστικότητα του ανωτέρου αναπνευστικού σε μη ειδικούς εκλυτικούς παράγοντες όπως η κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα, η έκθεση σε έντονες μυρωδιές, σε απότομες αλλαγές στη θερμοκρασία του αέρα, την υγρασία. Μας επηρεάζει περισσότερο τον χειμώνα και το καλοκαίρι και όταν υπάρχει μεγάλη διαφορά εσωτερικής και εξωτερικής θερμοκρασίας.

Τα συμπτώματα της αγγειοκινητικής ρινίτιδας μοιάζουν με αυτά της απλής ρινίτιδας ή της αλλεργικής ρινίτιδας χωρίς όμως να υπάρχει λοίμωξη ή αλλεργία. Τις περισσότερες φορές προκαλεί ενοχλητικό μπούκωμα, φτέρνισμα και καταρροή.

Αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με ρινοπλύσεις με φυσιολογικό ορό, αποσυμφορητικά και κορτικοειδή spray, καθώς και με την αποφυγή των ερεθιστικών παραγόντων. Σε κάποιες περιπτώσεις χρειάζεται να αντιμετωπιστεί επεμβατικά με ραδιοσυχνότητες για τη μόνιμη σμίκρυνση των κάτω ρινικών κογχών.

Πολύποδες ρινός

Οι πολύποδες ρινός είναι καλοήθεις οιδηματώδεις μισχωτοί σχηματισμοί του βλεννογόνου (μάζες κιτρινωπές ή γκριζωπές) μέσα στις ρινικές και παραρρίνιες κοιλότητες. Δημιουργούνται από χρόνια φλεγμονή της μύτης και των παραρρινίων. Όταν δημιουργούνται μπορούν να προκαλέσουν ρινική απόφραξη/συμφόρηση, ρινική καταρροή ή οπιθορρινικές εκκρίσεις, πόνο ή πίεση στο πρόσωπο, κεφαλαλγία, μείωση ή και απώλεια όσφρησης.

Η διάγνωσή τους στηρίζεται στα συμπτώματα που υπάρχουν, τον ενδοσκοπικό έλεγχο της μύτης,  και συμπληρώνεται με την αξονική τομογραφία (CT σπλαχνικού κρανίου υψηλής ευκρίνειας). Πάντοτε γίνεται και αλλεργιολογική εξέταση των ασθενών με ρινικούς πολύποδες, διότι μπορεί οι ασθενείς να πάσχουν από πολύποδες και αλλεργική ρινίτιδα, που πρέπει να αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα.

Προτείνεται η συντηρητική θεραπεία ως πρώτη επιλογή και ακλουθεί η χειρουργική σε περιπτώσεις φτωχής ανταπόκρισης στα φάρμακα. Αφαιρούνται χειρουργικά (όπως απλή πολυπεκτομή, επέμβαση FESS) με ειδικά ενδοσκόπια και μικρο-εργαλεία που επιτρέπουν την πρόσβαση σε κάθε γωνία του εσωτερικού της μύτης και τον ασφαλή καθαρισμό των πολυπόδων και μέσα στα ιγμόρεια και τις υπόλοιπες παραρρίνιες κοιλότητες για να επιτευχθεί ένα στόμιο με επαρκές άνοιγμα ώστε να επιτρέπεται η παροχέτευση και ο αερισμός.

Μετά το χειρουργείο, ο ασθενής ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται στενά. Η μακροχρόνια παρακολούθηση από τον γιατρό έχει μεγάλη σημασία, διότι οι περισσότεροι πολύποδες υποτροπιάζουν ανεξαρτήτως συντηρητικής ή χειρουργικής θεραπείας.