Το αυτί είναι ένα πολύπλοκο όργανο και χωρίζεται για περιγραφικούς σκοπούς σε  τρία μέρη: το έξω, το μέσο και το έσω ους. Το έξω ους αποτελείται από  το πτερύγιο και τον έξω  ακουστικό πόρο, και χωρίζεται από το μέσο ους με την τυμπανική μεμβράνη.

Η είσοδος του ακουστικού πόρου είναι επενδυμένη με τριχίδια και με πολυάριθμα κύτταρα, που εκκρίνουν την κυψελίδα.

Η κυψελίδα είναι ημίρρευστη και λιπαρή υποκίτρινη, που περιέχει κοκκία χρωστικής, λιποσταγονίδια ή και ολόκληρα κύτταρα πλήρη λιποσταγονιδίων και μαζί με τα τριχίδια εμποδίζουν την είσοδο σκόνης, βακτηρίων και μυκήτων στο αυτί.

Η κίνηση της γνάθου κατά τη μάσηση ή την ομιλία βοηθά στην προώθηση αυτών των εκκρίσεων μέσω του πόρου προς το άνοιγμα του αυτιού, όπου ξηραίνονται και αποβάλλονται ακίνδυνα.

Πολλές φορές, όμως, αισθανόμαστε πόνο στα αυτιά, μειώνεται η ακοή μας, εμφανίζουμε πληρότητα, εμβοές, κνησμό ή και κακοσμία. Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μας συμβαίνει; Μήπως έχει συσσωρευτεί αρκετό κερί στα αυτιά μας;

Το συχνότερο αίτιο συσσώρευσης βύσματος κυψελίδας είναι ο συχνός καθαρισμός του έξω ακουστικού πόρου με μπατονέτες, η χρήση ξένων σωμάτων, οι συγγενείς ή επίκτητες στενώσεις του πόρου, καθώς και η αδυναμία του φυσιολογικού μηχανισμού κάθαρσης του έξω ακουστικού πόρου.

Ακόμη, σύμφωνα με μελέτες, τα ακουστικά βαρηκοΐας φαίνεται να αυξάνουν σε σημαντικό βαθμό τη συγκέντρωση κεριού στο αυτί.

Πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι έξω ακουστικοί πόροι δεν πρέπει να καθαρίζονται. Ωστόσο, όταν το βύσμα κυψελίδας ξεπερνά τις φυσιολογικές ποσότητες, παύει να μας ωφελεί και ο καθαρισμός κρίνεται άμεσα αναγκαίος.

Η προσπάθεια καθαρισμού στο σπίτι πρέπει να αποφεύγεται, αφού υπάρχει κίνδυνος τραυματικής ρήξης του τυμπάνου και του μηχανισμού της ακοής, καθώς και τραυματισμού του δέρματος του πόρου, με συνέπεια να αιμορραγήσει και να μολυνθεί.

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες δε χρειάζεται να καθαρίζουμε τα αυτιά μας με μπατονέτες ή οτιδήποτε άλλο, διότι ωθούν το κερί βαθιά μέσα στο αυτί προς την τυμπανική μεμβράνη, προκαλώντας απόφραξη.

Το σκούπισμα με πετσέτα, λίγο βαμβάκι ή χαρτί εξωτερικά είναι αρκετό για να αφαιρείται η περίσσεια ποσότητα κεριού.

Ο καθαρισμός συνιστάται να γίνεται από τον ωτορινολαρυγγολόγο μας. Εκείνος κάνοντας ωτοσκόπηση ή ωτομικροσκόπηση θα εξετάσει τον ακουστικό πόρο και θα επιλέξει την κατάλληλη μέθοδο καθαρισμού, ανάλογα με την περίπτωσή μας.

Οι πιο διαδεδομένες μέθοδοι καθαρισμού του αυτιού είναι η πλύση και η αναρρόφηση. Προτιμάται η αναρρόφηση, ειδικά εάν πάσχουμε από διαβήτη, έχουμε εξουθενωμένο ανοσοποιητικό σύστημα, ο έξω ακουστικός πόρος μας είναι στενός ή το τύμπανο έχει μια διάτρηση. Σε πιο δύσκολα περιστατικά χρησιμοποιείται και ειδικό μικροσκόπιο.

Πριν τον καθαρισμό, μπορεί να προηγηθεί μία προετοιμασία λίγων ημερών με ωτικές σταγόνες για να μαλακώσει ή να ρευστοποιηθεί η κυψελίδα, έτσι ώστε να αφαιρεθεί ευκολότερα, πάντα μετά από τη σύσταση του γιατρού μας, διότι μπορεί να προκαλέσει πόνο, μόλυνση ή ακόμα και βλάβη.

Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε να επισκεπτόμαστε τον Ωτορινολαρυγγολόγο μας για προληπτικό έλεγχο και καθαρισμό των αυτιών μας ανά τακτά χρονικά διαστήματα.