Η ενδοσκόπηση είναι η εξέταση του ωτός, της μύτης, του φάρυγγα  και του λάρυγγα με διαγνωστική ακρίβεια, που έχει αντικαταστήσει τις παλιές μεθόδους, όπως  το καθρεφτάκι. Εξασφαλίζεται  έτσι καλύτερη διαγνωστική προσέγγιση του ασθενούς, μειώνοντας το διαγνωστικό λάθος, και οδηγεί σε πιο ορθή θεραπευτική αντιμετώπιση

H γιατρός τοποθετεί μια λεπτή κάμερα στο σημείο που θέλει να εξετάσει. Ο ασθενής μπορεί και να παρακολουθεί στην οθόνη την εξέταση και να συμμετέχει. Η εξέταση διαρκεί 5-10 λεπτά και δεν απαιτεί καμία προετοιμασία από τον ασθενή.

Ενδοσκόπηση Ωτός

Ο ασθενής είναι σε καθιστική θέση και χωρίς αναισθησία, ανώδυνα με άκαμπτο ενδοσκόπιο ωτός ελέγχεται  το αυτί. Η εξέταση αυτή συμπληρώνει τον έλεγχο με το ωτομικροσκόπιο για την καταγραφή παθήσεων του ωτός.

Ενδοσκόπηση Ρινός

Η ενδοσκόπηση της ρινός δίνει ακριβείς πληροφορίες, καθώς με άμεσο έλεγχο  εξετάζεται όλο το κύτος της μύτης μέχρι τον ρινοφάρυγγα, το πίσω μέρος της μύτης, σε αντίθεση με το μετωπιαίο κάτοπτρο όπου ελέγχεται μόνο το ένα τριτημόριο της μύτης. Ειδικότερα, εξετάζονται ο πρόδομος της ρινός, ο βλεννογόνος της μύτης, τα τμήματα του διαφράγματος, ελέγχονται οι  κόγχες, το έδαφος της ρινός, τα στόμια των ιγμορείων και η οροφή της μύτης, όπου βρίσκεται και το αισθητήριο όργανο της όσφρησης. Στο βάθος της μύτης ελέγχονται τα στόμια των ευσταχιανών σαλπίγγων και η περιοχή του ρινοφάρυγγα, όπου στα παιδιά βρίσκονται οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις (κρεατάκια) ή εντοπίζονται άλλες παθολογικές καταστάσεις. Κατά την ενδοσκόπηση ρινός, η ωτορινολαρυγγολόγος μπορεί να εντοπίσει αν υπάρχουν ρινικοί πολύποδες, όγκοι ή ξένα σώματα.

Ενδοσκόπηση Φάρυγγα και Λάρυγγα

Κατά την λαρυγγοσκόπηση με τον ασθενή σε καθιστική θέση και με τη χρήση άκαμπτου ενδοσκοπίου (70°), ή εύκαμπτου ελέγχεται η ανατομία και η κινητικότητα των φωνητικών χορδών και εντοπίζονται οι βλάβες αυτών που προκαλούν βράγχος φωνής και δυσφωνία.

Μετά από ήπια έλξη της γλώσσας προς τα έξω, εισάγουμε από το στόμα το άκαμπτο ενδοσκόπιο, παράλληλα με το έδαφος του στόματος χωρίς πόνο και χωρίς ιδιαίτερο ερεθισμό, και ελέγχουμε τις εσωτερικές δομές του φάρυγγα και του λάρυγγα. Σε κάποιες περιπτώσεις που ο ασθενής έχει αυξημένα αντανακλαστικά, θα προβούμε στην κατάργηση αυτών πριν την εξέταση με τοπικό αναισθητικό. Πάντα όμως υπάρχει η δυνατότητα με την χρήση του εύκαμπτου ενδοσκοπίου (η άκρη του μπορεί είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω να καμθεί)  να παρακάμψουμε τον έλεγχο από το στόμα, καθώς η είσοδος του εύκαμπτου γίνεται από την μύτη, και  αφού εξηγήσουμε αναλυτικά στον ασθενή τη διαδικασία αυτή. Αναισθητοποιούμε την μύτη με εμπότιση τολυπίων με τοπικό αναισθητικό για δέκα λεπτά, χωρίς πρόβλημα στην αναπνοή ή στην κατάποση, παρόλο που υπάρχει η αίσθηση εξαιτίας  της τοπικής αναισθησίας, χωρίς όμως να ισχύει. Φυσικά για μισή ώρα μετά την εξέταση, αν χρησιμοποιηθεί τοπικό αναισθητικό, δεν πρέπει να φάμε ή να πιούμε.

Με τη δοκιμασία κατάποσης εξετάζεται η συνεργασία των μυών που συμμετέχουν στο μηχανισμό της κατάποσης και εκτιμάται η λειτουργικότητά τους σε χρόνιες νευρομυικές παθήσεις. Τέλος, με τη λαρυγγοσκόπηση μπορεί να διαγνωστεί ο καρκίνος του λάρυγγα.

Καρκίνος του Λάρυγγα

Ο καρκίνος του λάρυγγα αποτελεί τον πιο συχνό καρκίνο κεφαλής και τραχήλου παγκοσμίως και αντιστοιχεί στο 3,5% όλων των καρκίνων γενικώς. Σύμφωνα με έρευνες, παρουσιάζεται κυρίως στους άνδρες (90%) και σπανιότερα στις γυναίκες (10%),  γύρω στα 55 με 60 έτη. Σε κάποιες περιπτώσεις ασθενών υπάρχει γενετική προδιάθεση, ενώ σε άλλες φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο ο τρόπος ζωής των ασθενών. Για παράδειγμα, το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και κρέατος αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του λάρυγγα. Τέλος, εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς που πάσχουν από γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, καθώς και σε όσους έχουν προσβληθεί από τον ιό HPV.

Το συνηθέστερο σύμπτωμα είναι το βράγχος φωνής. Ακόμη ο ασθενής μπορεί να παρουσιάζει ενοχλήσεις κατά την κατάποση (π.χ. αντανακλαστική ωταλγία) ή μπορεί να ψηλαφίσει μία μάζα στον τράχηλο. Σπανιότερα αισθάνεται πόνο, έχει αιμορραγίες και δύσπνοια.

Αφού παρθεί λεπτομερές ιατρικό ιστορικό, ακολουθεί η φαρυγγοσκόπηση και η λαρυγγοσκόπηση με ενδοσκόπιο, μέσω της οποίας η ωτορινολαρυγγολόγος εξετάζει αν υπάρχει όγκος στην περιοχή και ακολουθεί η ψηλάφηση του τραχήλου. Αν υπάρχει καρκίνωμα, γίνεται απεικονιστικός έλεγχος κυρίως με αξονική τομογραφία ή σε κάποιες περιπτώσεις και μαγνητική τραχήλου, κυτταρολογική και ιστολογική εξέταση.

Οι παραπάνω εξετάσεις καθορίζουν τον τρόπο αντιμετώπισης του καρκίνου του λάρυγγα χειρουργική ή συντηρητική. Πιο αναλυτικά, υπάρχουν διαφορετικού είδους θεραπείες. Πρωτίστως, η κλασική χειρουργική θεραπεία, η οποία με την πρόοδο της τεχνολογίας στον ιατρικό τομέα έχει αντικατασταθεί με τη ελάχιστα επεμβατική χειρουργική τεχνική με CO2 Laser (Transoral Laser Microsurgery-TLM). Έτσι, αποτρέπεται η ολική λαρυγγεκτομή, μια ακρωτηριαστική επέμβαση με πολλές δυσάρεστες συνέπειες, κυρίως στην ψυχολογία του ασθενούς.

Η ακτινοθεραπεία, η χημειοθεραπεία ή ο συνδυασμός των θεραπειών αποτελούν θεραπευτικές επιλογές που καθορίζονται από την εντόπιση, την έκταση και τη σταδιοποιήση του όγκου, καθώς και αν έχει δώσει μεταστάσεις (στον τράχηλο).

Οζίδια Φωνητικών Χορδών

Τα οζίδια των φωνητικών χορδών προκαλούνται από κακή ή υπερβολική χρήση της φωνής και ξεκινούν ως ένας μικροσκοπικός τραυματισμός στις φωνητικές  χορδές μεταξύ του πρώτου και δεύτερου τριτημορίου, που σύντομα προκαλεί χρόνια βλάβη μη αναστρέψιμη και συνεχή βραχνάδα. Συνήθως τα φωνητικά οζίδια είναι αμφοτερόπλευρα.

Εμφανίζονται κυρίως σε άτομα που μιλούν ή τραγουδούν, καθώς και σε άτομα που κάνουν κατάχρηση της ομιλίας ή του τραγουδιού (δάσκαλος, τραγουδιστής, δημοσιογράφος, πωλητής, ψάλτης, κτλ.). Τα άτομα αυτά αναγκάζουν τις χορδές τους να δονούνται πολύ έντονα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να «τρίβονται» συνεχώς μεταξύ τους. Διαπιστώνουν δυσκολία να φτάσουν τους ψηλούς τόνους και έχουν συχνά την ανάγκη να θέλουν να καθαρίσουν το λαιμό τους.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ωτορινολαρυγγολόγος συνιστά μερική αφωνία για 7-10 ημέρες και αποφυγή του καπνίσματος και του αλκοόλ, ώστε να μην ερεθίζονται οι φωνητικές χορδές. Γενικότερα, ο ασθενής πρέπει να μάθει να μιλάει σε χαμηλότερη ένταση. Η λογοθεραπεία παίζει καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευση της ορθής χρήσης της φωνής, ώστε  τα οζίδια να εξαφανιστούν. Αν όμως παραμείνουν για πολλά χρόνια, θα πρέπει να αφαιρεθούν χειρουργικά.