Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι ο προληπτικός ακοολογικός έλεγχος είναι αναγκαίος, αφού η ακοή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αισθήσεις μας.

Πιο αναλυτικά, περιλαμβάνει μια σειρά από εξετάσεις με την ανάλυση των  αποτελεσμάτων αυτών, αξιολογούμε  την ακοή μας. Θα αναφερθούμε στις δύο πιο γνωστές εξετάσεις σε όλους:

Ακοόγραμμα

Ένας από τους πιο διαδεδομένους τρόπους εξέτασης της ακοής είναι το ακοόγραμμα. Ειδικότερα, πρόκειται για μια εξέταση μέσα σε ένα ηχομονωμένο θάλαμο με παράθυρο και σύστημα ενδοεπικοινωνίας, κατά την οποία πρέπει να τοποθετούνται ορθά τα ακουστικά στα αυτιά του εξεταζόμενου μέσω των οποίων στέλνονται διάφοροι ήχοι σε διάφορες συχνότητες και εντάσεις.

Αφού κατανοήσει καλά τη διαδικασία της εξέτασης και τις οδηγίες που δίνει η γιατρός, ξεκινάει η εξέταση. Θα εξεταστεί η αέρινη αγωγή, καθώς χορηγείται ήχος από τα ακουστικά προς την μεμβράνη του τυμπάνου μέσω του αέρα, ο οποίος θα μεταφερθεί στο εσωτερικό του ωτός.

Κάθε φορά που ακούει ήχο από τα ακουστικά, μας δίνει μία απάντηση π.χ. πατά ένα κουμπί, καταγράφεται η απάντηση με απλά σύμβολα και προκύπτει το ακοομετρικό διάγραμμα, το οποίο αναπαριστά την ελάχιστη ένταση ενός ήχου που μπορεί να ακούσει ο εξεταζόμενος.

Η ακοή θα εξεταστεί αν χρειαστεί και  μέσω της οστέινης αγωγής με οστεόφωνο που τοποθετείται στο κρανίο πίσω από το αυτί, με ηχοκάλυψη του ενός αυτιού ή όχι. Με αυτή την εξέταση μεταδίδονται οι δονήσεις μέσω των οστών στο εσωτερικό του αυτιού. Είναι σημαντική εξέταση για  την διάγνωση του τύπου της βαρηκοΐας.

Το τονικό ακουόγραμμα, είναι το διάγραμμα που παίρνουμε με την καταγραφή των ουδών ακοής που μετράμε με μια ηλεκτρονική συσκευή συνδεδεμένη συνήθως με υπολογιστή, τον ακοομετρητή. Η ένταση του ήχου μετράται σε decibel (dB) και καταγράφεται στον κάθετο άξονα του ακοογράμματος.

Το φυσιολογικό όριο ακοής είναι μεταξύ 0 και 25 dB. Αν το όριο ξεπεράσει τα 25 dB, τότε θεωρούμαστε βαρήκοοι.

Αναλυτικότερα, η βαρηκοΐα μπορεί να είναι:

– μικρού βαθμού (26-40 dB), μετρίου βαθμού (41-55 dB),

– μετρίου-σοβαρού βαθμού (56-70 dB) και

– σοβαρού (71-90 dB).

Αν το όριο ξεπερνά τα 91dB, πρόκειται για πρακτική κώφωση.

Επιπλέον, το ακοόγραμμα παρέχει πληροφορίες για τον τύπο και τη μορφή της βαρηκοΐας. Δηλαδή εάν είναι:

-βαρηκοΐα αγωγιμότητας (βλάβη στο έξω ή το μέσο αυτί),

-νευροαισθητήρια βαρηκοΐα (βλάβη στον κοχλία, στο ακουστικό νεύρο ή πιο κεντρικά) ή

-μεικτού τύπου βαρηκοΐα (βλάβη τόσο στην αγωγή του ήχου, όσο και στην αντίληψη).

Τυμπανομετρία

Μία άλλη γρήγορη και μη επεμβατική εξέταση της λειτουργίας του μέσου ωτός είναι η τυμπανομετρία. Με αυτήν μπορούμε να διαγνώσουμε τη δυσλειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας, την ύπαρξη υγρού πίσω από το τύμπανο ή άλλες διαταραχές της οστεΐνης αλυσίδας. Το υγρό στο χώρο του μέσου ωτός εμποδίζει το τύμπανο να κινείται και να μεταδίδει σωστά τον ήχο.

Αφού η γιατρός εξετάσει το αυτί, περιγράψει την διαδικασία της εξέτασης που θα ακολουθήσει, και ενώ ο ασθενής παραμένει ακίνητος, προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα αεροστεγές σφράγισμα, ένας καθετήρας με εύκαμπτο άκρο από καουτσούκ θα τοποθετηθεί στο αυτί σας. Αυτός θα προκαλέσει την αλλαγή της πίεσης του αέρα στο κανάλι του αυτιού σας, καθώς ακούτε μερικούς ήχους.

Το συναίσθημα μπορεί να είναι παρόμοιο με τις αλλαγές πίεσης που γίνονται αισθητές κατά τη διάρκεια της απογείωσης και της προσγείωσης όταν βρίσκεστε σε αεροπλάνο. Ενώ η πίεση αλλάζει, θα ληφθούν και θα καταγραφούν οι μετρήσεις της κίνησης του τυμπάνου σας.

Τυμπανόγραμμα

Το αποτέλεσμα της εξέτασης καταγράφεται σε γράφημα, το οποίο ονομάζεται τυμπανόγραμμα. Το τυμπανόγραμμα, δηλαδή, αναπαριστά την ενδοτικότητα του συστήματος του μέσου ωτός καθώς μεταβάλλεται η πίεση του αέρα στον  έξω ακουστικό πόρο.

Το τυμπανόγραμμα μας δίνει χρήσιμες πληροφορίες για την κατάσταση του μέσου ωτός, όμως τονίζεται ότι από μόνη της η τυμπανομετρία δεν βάζει τη διάγνωση της βλάβης του αυτιού.