Η μετάδοση του ιού Covid-19 γίνεται είτε μέσω της αναπνευστικής οδού με το βήχα ή και με το φτάρνισμα, είτε μέσω επαφής με επιφάνειες που έχουν μολυνθεί με εκκρίσεις από άτομα που πάσχουν.

Τα συμπτώματα της νόσου του Covid-19 μοιάζουν με αυτά της εποχικής γρίπης. Κοινό σύμπτωμα σε πολλές ιογενείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού είναι η απώλεια της όσφρησης.

Στην περίπτωση της νόσου Covid-19, έχει παρατηρηθεί πως η αιφνίδια ανοσμία χωρίς να συνυπάρχει ρινική απόφραξη, μπορεί να αποτελεί πρώιμο σύμπτωμα της νόσου, να εμφανιστεί οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της νόσου, και στο μεγαλύτερο ποσοστό είναι πιο συχνή στα άτομα με ήπια συμπτωματολογία.

Ο βασικός μηχανισμός με τον οποίο ο κορωνοϊός διεισδύει στο σώμα του ανθρώπου είναι μέσω συγκεκριμένου υποδοχέα ο οποίος βρίσκεται στο οσφρητικό επιθήλιο σε υψηλή ποσότητα. Όταν η περιοχή αυτή φλεγμαίνει διαταράσσεται η ικανότητα της όσφρησης.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως η όσφρηση έχει άμεση συνάρτηση με την γεύση, καθώς η μία λειτουργεί συμπληρωματικά της άλλης. Ως εκ τούτου, η διαταραχή της όσφρησης έχει αρνητική επίδραση και στην ικανότητα της γεύσης του ασθενούς.

Επίσης, η απώλεια της όσφρησης έχει αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα ζωής των ασθενών, καθώς μειώνει την επιθυμία λήψης τροφής και οδηγεί σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. 

Παρουσιάζεται δε και διαταραχή της ψυχικής υγείας του  ασθενούς, και αυτό γιατί οι οσμές αποτελούν σημαντικό στοιχείο σύνδεσης με τις αναμνήσεις και το παρελθόν, την/τον σύντροφο του ατόμου ή και την οικογένεια.

Πρόσφατη μελέτη του UCL σε άτομα που παρουσίασαν απώλεια όσφρησης και γεύσης, έδειξε πως το 80% των συγκεκριμένων ατόμων είχαν αναπτύξει αντισώματα στον κορωνοϊό, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό της τάξεως του 40% εξ αυτών δεν παρουσίασε άλλα συμπτώματα.

Η έρευνα υπογραμμίζει το πόσο σημαντικό είναι άνθρωποι που παρουσιάζουν σημαντική μείωση της ικανότητας της όσφρησής τους, σε βαθμό που να μην είναι σε θέση να μυρίσουν τον καφέ ή την οδοντόκρεμά τους, να αυτοπεριορίζονται  και να ελέγχονται.

Επιπλέον, επιστημονικές μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί τον τελευταίο χρόνο, αναφέρουν πως το 50% των ανθρώπων που νόσησαν από Covid-19 και παρουσίασαν απώλεια όσφρησης ή και γεύσης, δεν έχουν επανέλθει στα φυσιολογικά επίπεδα της όσφρησης και της γεύσης τους, ακόμα και πέντε μήνες αφότου διαγνώστηκαν θετικοί στην νόσο.

Σε ένα ποσοστό των ασθενών που νόσησαν από κορωνοϊό η ελαττωμένη όσφρηση μπορεί να παραμείνει, για αυτό και παίζει μεγάλο ρόλο η παρακολούθηση αυτών που μολύνθηκαν. Το μεγαλύτερο όμως ποσοστό ξαναβρίσκουν την όσφρησή τους μετά από έξι μήνες από την λοίμωξη.

Σε όσους μετά από λοίμωξη βιώνουν την ανοσμία ή την υποσμία προτείνεται ως θεραπεία η εκπαίδευση της όσφρησης. Στον ιστότοπο fifthsense.org.uk υπάρχει οδηγός για την εκπαίδευση της όσφρησης.